
Την ακούσια νοσηλεία του φερομένου ως ασθενή μπορούν να ζητήσουν συγκεκριμένα πρόσωπα. Εάν δεν υπάρχει κανένα από τα πρόσωπα αυτά, σε επείγουσα περίπτωση, την ακούσια νοσηλεία μπορεί αν ζητήσει και αυτεπάγγελτα ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ασθενή.
Ι. Με το άρθρο 95 του Ν. 2071/1992 (Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας) ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις της ακούσιας νοσηλείας, δηλαδή, της χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγής και παραμονής του για θεραπεία, σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 96 του ίδιου νόμου, που ρυθμίζει τη διαδικασία εισαγωγής για ακούσια νοσηλεία, ορίζεται ότι την ακούσια νοσηλεία του φερομένου στην αίτηση ως ασθενή, μπορούν να ζητήσουν ο σύζυγός του ή συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή συγγενής εκ πλαγίου μέχρι και το δεύτερο βαθμό ή όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του ή ο επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου. Εάν δεν υπάρχει κανένα από τα πρόσωπα αυτά, σε επείγουσα περίπτωση, την ακούσια νοσηλεία μπορεί αν ζητήσει και αυτεπάγγελτα ο εισαγγελέας πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ασθενή. Η αίτηση για την ακούσια νοσηλεία σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, απευθύνεται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών του τόπου της κατοικίας ή διαμονής του προσώπου, που φέρεται στην αίτηση ως ασθενής. Την αίτηση πρέπει να συνοδεύουν αιτιολογημένες γραπτές γνωματεύσεις δύο ψυχιάτρων ή επί αδυναμίας δύο ψυχιάτρων, ενός ψυχιάτρου και ενός ιατρού παρεμφερούς ειδικότητας, που θα αναφέρονται στις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 95. Με τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 96 ρυθμίζονται περαιτέρω οι ενέργειες στις οποίες προβαίνει ο εισαγγελέας, αφού διαπιστώσει τη συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων για ακούσια νοσηλεία. Στην παράγραφο 6 του ίδιου ανωτέρω άρθρου ορίζεται περαιτέρω ότι σε τρεις ημέρες από τότε που ο εισαγγελέας πρωτοδικών διέταξε τη μεταφορά του ασθενή, επιμελούμενος άμα για τη μεταφορά του, ο ίδιος με αίτησή του ζητεί να επιληφθεί το μονομελές πρωτοδικείο στο οποίο υπηρετεί, που συνεδριάζει μέσα σε 10 ημέρες κατά την κρίση του, «κεκλεισμένων των θυρών», ώστε να προστατεύεται η ιδιωτική ζωή του ασθενή. Στη συνεδρίαση καλείται πριν 48 ώρες και ο ασθενής, ο οποίος δικαιούται να παραστεί με δικηγόρο και με ψυχίατρο ως τεχνικό σύμβουλο. Οι ανωτέρω προθεσμίες δύνανται να συντμηθούν σε περίπτωση επικινδυνότητας του φερόμενου ως ασθενή. Το δικαστήριο, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και η απόφασή του, κατά την παράγραφο 8, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη. Αντικείμενο της σχετικής δίκης είναι η διαπίστωση των προαναφερόμενων προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος και η λήψη ή μη του μέτρου της ακούσιας νοσηλείας σε βάρος του ασθενούς, δηλαδή η συνέχιση ή μη της παραμονής του στην ψυχιατρική κλινική κατ’ άρθρο 96 παράγραφο 8 του Ν. 2071/1992.
Έτσι, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του νόμου 2071/1992, ακούσια νοσηλεία αποτελεί η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενούς εισαγωγή και παραμονή του για θεραπεία σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας. Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, προϋποθέσεις για την ακούσια νοσηλεία αποτελούν:
Α) α) ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή,
β) να μην είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του,
γ) η έλλειψη νοσηλείας του να έχει ως συνέπεια είτε να αποκλειστεί η θεραπεία του είτε να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του
ή
Β) η νοσηλεία του ασθενούς που πάσχει από ψυχική διαταραχή να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας εναντίον του ιδίου ή τρίτου.
ΙΙ. Επίσης, όπως και παραπάνω αναφέρεται, με την παράγραφο 1 του άρθρου 96 του ίδιου νόμου, που ρυθμίζει τη διαδικασία εισαγωγής για ακούσια νοσηλεία, ορίζεται ότι την ακούσια νοσηλεία του φερομένου στην αίτηση ως ασθενή, μπορούν να ζητήσουν ο σύζυγος του ή συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή συγγενής εκ πλαγίου μέχρι και το δεύτερο βαθμό ή όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του ή ο επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου. Εάν δεν υπάρχει κανένα από τα πρόσωπα αυτά, σε επείγουσα περίπτωση, την ακούσια νοσηλεία μπορεί αν ζητήσει και αυτεπάγγελτα ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ασθενή. Η αίτηση για την ακούσια νοσηλεία σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, απευθύνεται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών του τόπου της κατοικίας ή διαμονής του προσώπου, που φέρεται στην αίτηση ως ασθενής. Την αίτηση πρέπει να συνοδεύουν αιτιολογημένες γραπτές γνωματεύσεις δύο ψυχιάτρων ή επί αδυναμίας δύο ψυχιάτρων, ενός ψυχιάτρου, και ενός ιατρού παρεμφερούς ειδικότητας, που θα αναφέρονται στις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 95. Με τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 96 ρυθμίζονται περαιτέρω οι ενέργειες στις οποίες προβαίνει ο εισαγγελέας, αφού διαπιστώσει τη συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων για ακούσια νοσηλεία. Εάν, όμως, ο καθ’ ου η αίτηση έχει εν ζωή συγγενείς που προβλέπονται στο νόμο και δη, πρώτου βαθμού εξ αίματος σε ευθεία γραμμή η αίτηση, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ιδετε ΕφΑθ (ΤΡΙΜ) 3679/2025, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 96 παρ. 4 εδ. α`, 5 και 6 του Ν. 2071/1992 προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, που έχει διατάξει τη μεταφορά του ασθενή σε ψυχιατρική κλινική για αναγκαστική εξέταση και σύνταξη των νόμιμων ιατρικών γνωματεύσεων, όχι μόνο πρέπει να αναφέρει ρητώς στην παραγγελία του ότι οι ως άνω γνωματεύσεις πρέπει να συνταχθούν το ταχύτερο δυνατό και να παρακολουθεί εάν τηρήθηκε η παραγγελία του, δεδομένου ότι η παραμονή του ασθενή εκεί για τις αναγκαίες εξετάσεις δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από 48 ώρες, αλλά και να διατάξει, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, τη μεταφορά του ασθενή στην κατάλληλη κλινική, την πλησιέστερη στην κατοικία του, εκτός εάν ειδικές συνθήκες επιβάλλουν τη νοσηλεία του αλλού. Επίσης, αφού δεν προβλέπεται αυτοδίκαιη ή σιωπηρή παράταση των προθεσμιών, που αναφέρονται στις ως άνω διατάξεις, πρέπει ο Εισαγγελέας μέσα σε τρεις (3) ημέρες από τότε, που διέταξε τη μεταφορά του ασθενή, να υποβάλει αίτηση περί αναγκαστικής νοσηλείας του και να ζητά από τον αρμόδιο Πρόεδρο Πρωτοδικών να ορίσει δικάσιμο στο Μονομελές Πρωτοδικείο εντός δέκα (10) ημερών από την ως άνω μεταφορά, προκειμένου να εκδικασθεί η ανωτέρω αίτησή του και να αποφανθεί το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα λήψης του προαναφερόμενου μέτρου. Πρέπει, δε, ο Εισαγγελέας, πλην των ως άνω οριζομένων, να παρακολουθεί επισταμένως, εάν πράγματι ορίσθηκε η δικάσιμος εντός του δεκαημέρου, διαφορετικά να ενημερώνει εγκαίρως τον Προϊστάμενο του Πρωτοδικείου για την υπάρχουσα ανάγκη απαρέγκλιτης τήρησης της ανωτέρω δεκαήμερης προθεσμίας και, εάν εξακολουθεί να υφίσταται σχετικό πρόβλημα, τον ασκούντα την εποπτεία του Πρωτοδικείου, διευθύνοντα το Εφετείο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 περ. ε` του ΚΟΔΚΔΛ (ιδετε ΓνωμΕισΑΠ 12/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠαραγγΕισΑΠ 1421/2004, ΠοινΔικ 12/2004, σελ. 1386, ΜΠρΠατρ 719/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Συνεπώς, κατά την άποψή μου, αν δεν τηρηθεί η κατά τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 6 δεκαήμερη προθεσμία για τη συζήτησή της, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη (ιδετε προσκομιζόμενες ΜΠρΑγρινίου 97/2020, ΜΠρΡόδου 166/2019, ΜΠρΡόδου 168/2019, άπασες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
9 Δεκεμβρίου 2025
Παναγιώτης Σταμ. Γουνελάς
Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο &
Πτυχ. Οικονομικών Επιστημών Ε.Κ.Π.Α

