Σκοπός της διαδικασίας η εξασφάλιση ή διάσωση αποδεικτικού μέσου για απόδειξη ισχυρισμού σε μελλοντική δίκη, όταν υπάρχει κίνδυνος να χαθεί ή να δυσκολευτεί η χρήση του - Έννομο συμφέρον - Ορισμένο αιτήσεως - Αρμόδιο Δικαστήριο - Παθητική νομιμοποίηση
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 348 του ΚΠολΔ «Αν συμφωνούν οι διάδικοι ή υπάρχει κίνδυνος να χαθεί ή να δυσκολευτεί η χρήση κάποιου αποδεικτικού μέσου ή πρόκειται να διαπιστωθεί η τωρινή κατάσταση ενός πράγματος ή έργου, μπορεί να ζητηθεί να γίνει συντηρητική απόδειξη για συγκεκριμένο ισχυρισμό και πριν ακόμη αρχίσει η δίκη». Εκτός από την τακτική αποδεικτική διαδικασία, ο ΚΠολΔ αναγνωρίζει και μορφή έκτακτης αποδείξεως, την καλούμενη συντηρητική απόδειξη. Συντηρητική απόδειξη είναι η δικαστική διαδικασία, με την οποία επιχειρείται η εξασφάλιση ή διάσωση αποδεικτικού μέσου, που μπορεί να χρησιμεύσει για απόδειξη ισχυρισμού διαδίκου σε (μελλοντική) δίκη, όταν υπάρχει κίνδυνος να χαθεί ή να δυσκολευθεί η χρήση του (ιδετε Κατρά, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 3η έκδ., 2021, σ. 498). Το αποδεικτικό μέσο, το οποίο επιχειρείται να διασφαλισθεί, πρέπει να είναι από εκείνα, που προβλέπονται ως νόμιμα αποδεικτικά μέσα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ (ΜΠρΑθ 1452/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΚεφ 32/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, είναι δυνατόν να διαταχθεί η συντηρητική διεξαγωγή αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης ή η συντηρητική απόδειξη με μάρτυρες [ιδετε Ρεντουλη, Υποδείγματα Ασφαλιστικών Μέτρων, Επιμέλεια Σταματόπουλου, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2023, σελ. 516, Χαμηλοθώρη, Ασφαλιστικά Μέτρα, ΕΡΜΗΝΕΙΑ - ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ – ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2016, σελ. 525, Ρεντουλη, Ασφαλιστικά μέτρα, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2023, σελ. 765, ΜΠρΑρτ 113/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΠειρ 3736/2004, ΠειρΝομ 2004, σελ. 183, ΜΠρΑθ 34845/1998, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].
ΙΙ. Η διαδικασία που προβλέπεται στις ρυθμίσεις των άρθρων 348-351 ΚΠολΔ δικαιολογείται από την πρόβλεψη του νομοθέτη να παράσχει ένδικα βοηθήματα, τα οποία τείνουν στην εξασφάλιση του (μέλλοντος) διαδίκου, ώστε ο τελευταίος να αποδείξει τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του, οι οποίοι έχουν ήδη καταστεί (ή πρόκειται να καταστούν) αντικείμενο αντιδικίας (ιδετε Νικολόπουλο, Δίκαιο Αποδείξεως, Εκδόσεις Σακκουλα, έκδοση 2011, σελ. 140-141). Η συντηρητική απόδειξη μπορεί να ζητηθεί πριν από την έναρξη της κύριας δίκης, αλλά και κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, διατάσσεται, δε, με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, αρκεί αυτό να επιτρέπεται στην συγκεκριμένη περίπτωση. Συντηρητική απόδειξη μπορεί να ζητηθεί για συγκεκριμένο ισχυρισμό και μάλιστα, ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, παρ’ όλο που το ουσιώδες του ισχυρισμού δεν απαιτείται ρητά από το νόμο (ΜΠρΑθ 720/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση, όμως, που ο ισχυρισμός είναι μη ουσιώδης, η αίτηση μπορεί να απορριφθεί λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος (ιδετε Νικολόπουλο, ό.π., σελ. 142, ΜΠρΑθ 720/2014 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 3234/2010 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Η ιδιότητα του αποδεικτικού μέσου για το οποίο ζητείται η διενέργεια συντηρητικής αποδείξεως, ως πρόσφορου ή χρήσιμου για την απόδειξη θεμελιωτικού της αιτήσεως ισχυρισμού, δεν ανάγεται σε προϋπόθεση παραδοχής της σχετικής αιτήσεως, διότι η κρίση αυτή ανήκει μόνο στο δικαστήριο που δικάζει την κύρια δίκη [ιδετε Κεραμεύ/Κονδύλη/Νίκα- (Τέντε), ΕρμΚΠολΔ, Εκδόσεις Σάκκουλα, άρθρο 348 αρ. 9].
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 348 έως 350 του ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι η συντηρητική απόδειξη, η οποία μπορεί να ζητηθεί για συγκεκριμένο μόνον ισχυρισμό και μάλιστα, ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, αφού διαφορετικά ελλείπει το έννομο συμφέρον, κατά τα ως άνω εκτεθέντα, επιτρέπεται στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν συμφωνούν οι διάδικοι, έστω και αν δεν αναφέρεται κίνδυνος απώλειας αποδεικτικού μέσου, β) αν υφίσταται κίνδυνος, όχι κατ' ανάγκην άμεσος, να χαθεί ή να δυσκολευτεί η χρήση κάποιου αποδεικτικού μέσου από οποιονδήποτε λόγο, όταν δηλαδή υπάρχει τέτοιος κίνδυνος που απειλεί το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, περίπτωση που συντρέχει, όταν π.χ. κινδυνεύει να απωλεσθεί η δυνατότητα εξέτασης κάποιου προσώπου ως μάρτυρα εξαιτίας βαριάς ασθένειας ή προχωρημένης ηλικίας ή επικείμενης μετάβασής του σε τόπο τέτοιο που θα καθιστά δύσκολη την παροχή μαρτυρικής κατάθεσης ή στην περίπτωση προβλεπόμενης αλλοίωσης κάποιου εγγράφου λόγω παρόδου του χρόνου ή των συνθηκών φύλαξής του (ΜΠρΘεσ 15012/2011, ΤΝΠ ΔΣΑ), γ) αν πρόκειται να διαπιστωθεί η παρούσα κατάσταση πράγματος ή έργου που αποτελεί αντικείμενο δικαστικής διενέξεως, οπότε στην περίπτωση αυτή, συντηρητική απόδειξη θα πρέπει να διατάσσεται στις περιπτώσεις όπου υπάρχει κίνδυνος μεταβολής, δηλαδή απαιτείται να γίνεται επίκληση ότι υφίσταται περαιτέρω κίνδυνος μεταβολής της κατάστασης αυτής, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετα κίνδυνος απώλειας ή καταστροφής του πράγματος, σε κάθε, δε, περίπτωση, ο διάδικος που τη ζητεί, θα πρέπει να επικαλείται και να πιθανολογεί έννομο συμφέρον [ιδετε Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αποδείξεως σελ. 60 επ., Μπούγα, Η εκδίκαση υποθέσεων που δεν είναι γνήσια ασφαλιστικά μέτρα κατά τη Διαδικασία των Ασφαλιστικών Μέτρων, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2015, σελ. 78, Νικολόπουλο, Δίκαιο Αποδείξεως, έκδοση 2011, σελ. 142, Τζίφρα, Ασφαλιστικά μέτρα, εκδοση 1985, σελ. 547, ΜΠρΑθ 1452/2015, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 9404/2015, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠρΑθ 720/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑρτ 113/2013, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 15012/2011, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠρΑθ 3234/2010, Τ.Ν.Π. Δ.Σ.Α., ΔΠρΑθ 47/1997, ΕλλΔνη 1997, σελ. 707].
Η τελευταία περίπτωση (στοιχείο γ) αφορά περιπτώσεις όπου κάποιο πράγμα υπόκειται σε φθορά ή μεταβολή και απαιτείται η διαπίστωση της σημερινής του κατάστασης, όπως και για την περίπτωση που το πράγμα έχει υποστεί ήδη φθορές και επίκειται η επισκευή του (π.χ. φθορές σε αυτοκίνητο από τροχαίο ατύχημα, το οποίο πρέπει να επισκευασθεί, προς διαπίστωση του ισχυρισμού του αιτούντος ως προς το ζημιογόνο όχημα) ή όταν πρόκειται να διαπιστωθεί η σημερινή κατάσταση ενός έργου (π.χ. οικοδομικού, δηλαδή το είδος, η έκταση και το κόστος επισκευής των φθορών που έχει υποστεί ένα ακίνητο) (ιδετε Βαλμαντώνη, Η απόδειξη στην Πολιτική Δίκη, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2019, σελ. 78 επ., ΠΠρΑθ 117/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στις παραπάνω περιπτώσεις, η συντηρητική απόδειξη περιορίζεται στη διαπίστωση της κατάστασης του πράγματος ή του έργου κι όχι στην αιτία που την προκάλεσαν ή την υπαιτιότητα [ιδετε Κεραμεύ/Κονδύλη/Νίκα (-Τέντε), ΕρμΚΠολΔ, άρθρ. 348, αρ. 4, Βαλμαντώνη, ό.π., σελ. 80, ΜΠρΠειρ 1672/2014, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕιρΡοδ 151/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].
Εφ’ όσον πιθανολογείται ότι συντρέχει μία ή περισσότερες από τις ανωτέρω περιπτώσεις - προϋποθέσεις, είναι δυνατό να ζητηθεί η διεξαγωγή συντηρητικής αποδείξεως για συγκεκριμένο, αλλά αμφισβητούμενο ισχυρισμό και πριν από την ύπαρξη της δίκης, ανεξάρτητα (στην τελευταία περίπτωση της διαπιστώσεως της καταστάσεως πράγματος ή έργου) από την έναρξη κινδύνου απώλειας ή καταστροφής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο διάδικος επικαλείται και πιθανολογεί έννομο συμφέρον, το οποίο δικαιολογεί την έκτακτη αυτή δικαστική ενέργεια, δηλαδή, που μπορεί να βασίσει δικαίωμα έγερσης αγωγής ή υποβολής ένστασης (ιδετε Ρεντουλη, Υποδείγματα Ασφαλιστικών Μέτρων, Επιμέλεια Σταματόπουλου, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2023, σελ. 517, Τζίφρα, Ασφαλ. Μέτρα, έκδοση Γ', σελ. 516, ΜΠρθεσ 15012/2011, ΤΝΠ ΔΣΑ) και στα πλαίσια της ρυθμίσεως αυτής είναι φυσικά δυνατό να διαταχθεί η συντηρητική διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης.
Ειδικότερα, γίνεται δεκτό ότι η συντηρητική απόδειξη, ως μέτρο εξασφαλιστικό του δικαιώματος αποδείξεως ή ανταποδείξεως του διαδίκου, πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένο αμφισβητούμενο ισχυρισμό και μάλιστα, ουσιώδη, διότι, διαφορετικά ελλείπει το απαιτούμενο έννομο συμφέρον. Δεν δικαιολογείται, επίσης, έννομο συμφέρον, αν ο κρίσιμος ισχυρισμός έχει καταστεί αντικείμενο δικαστικής ομολογίας [ιδετε Ρεντουλη, Ασφαλιστικά μέτρα, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2023, σελ. 765, Χαμηλοθώρη, Ασφαλιστικά Μέτρα, ΕΡΜΗΝΕΙΑ - ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ – ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2016, σελ. 525, Κεραμέα/Κονδύλη/ Νίκα (-Τέντε Ι.), ό.π., άρθρο 348, σελ. 704, αριθ. 6, Νικολόπουλο, ό.π., σελ. 142, ΜΠρΑθ 1452/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑρτ 113/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 3234/2010, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ].
Συνεπώς, η συντηρητική απόδειξη μπορεί να διαταχθεί, αφ’ ενός μεν εφ’ όσον υφίσταται σχετική συμφωνία μεταξύ των μελλοντικών διαδίκων, οπότε στην περίπτωση αυτή πρόκειται περί δικονομικής αποδεικτικής συμβάσεως και όχι περί ασφαλιστικού μέτρου, αφ’ ετέρου, δε, εφ’ όσον α) υφίσταται κίνδυνος να απωλεσθεί ή να δυσκολευθεί η χρήση κάποιου αποδεικτικού μέσου για οποιονδήποτε λόγο ή υπάρχει ανάγκη να διαπιστωθεί η τωρινή κατάσταση πράγματος ή έργου ανεξαρτήτως της υπάρξεως κινδύνου, β) διενεργείται για την απόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού και γ) πιθανολογείται ότι το διατασσόμενο συντηρητικώς αποδεικτικό μέσο είναι νόμιμο, οπότε στην περίπτωση αυτή πρόκειται για γνήσιο ασφαλιστικό μέτρο (ιδετε Ρεντουλη, Υποδείγματα Ασφαλιστικών Μέτρων, Επιμέλεια Σταματόπουλου, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2023, σελ. 517).
ΙΙΙ. Η σχετική αίτηση πρέπει να περιέχει: α) το όνομα και την κατοικία του αντιδίκου, β) τα πραγματικά γεγονότα, για τα οποία θα γίνει η συντηρητική απόδειξη, γ) το αποδεικτικό μέσο, με το οποίο θα διεξαχθεί, δ) το λόγο, για τον οποίο υπάρχει κίνδυνος να χαθεί ή να δυσκολευθεί η χρήση του αποδεικτικού μέσου.
Το παραδεκτό της αίτησης συναρτάται άρρηκτα με την επίκληση και πιθανολόγηση ειδικού εννόμου συμφέροντος, το οποίο να δικαιολογεί την κατ’ εξαίρεση παρέκκλιση από την τακτική αποδεικτική διαδικασία. Η αόριστη αναφορά σε «ανάγκη διαπίστωσης» ή η γενικόλογη επίκληση «μελλοντικής επισκευής», χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών που να καθιστούν τον κίνδυνο ενεστώτα και επικείμενο, στερεί από την αίτηση το απαραίτητο νομικό της έρεισμα. Ως εκ τούτου, εάν ο λόγος του κινδύνου δεν περιγράφεται με σαφήνεια και πληρότητα, το αίτημα τυγχάνει απαράδεκτο λόγω αοριστίας, καθώς το Δικαστήριο αδυνατεί να ελέγξει τη συνδρομή της εξαιρετικής περίπτωσης που επιβάλλει τη λήψη του μέτρου [ιδετε Απαλαγάκη, Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας- 1ος Τόμος, Ερμηνεία κατ΄αρθρο μετά τους Ν 4842 & 4855/2021, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2022, σελ. 1265, Βαλμαντώνη, ό.π., σελ. 80, ΜΠρΘεσ 9404/2015, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠρΘεσ 68/2010 Αρμ 2011, 778, ΜΠρΘεσ 9561/2010 Αρμ 2011, 82].
IV. Ενεργητικά νομιμοποιείται ο διάδικος της εκκρεμούς ή μέλλουσας κύριας δίκης, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει ο κίνδυνος απώλειας ή δυσχερούς χρήσης του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, ενώ παθητικά νομιμοποιείται ο αντίδικος της κύριας δίκης [ιδετε Ρεντουλη, Υποδείγματα Ασφαλιστικών Μέτρων, Επιμέλεια Σταματόπουλου, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2023, σελ. 517, Ρεντουλη, Ασφαλιστικά μέτρα, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2023, σελ. 765, Χαμηλοθώρη, Ασφαλιστικά Μέτρα, ΕΡΜΗΝΕΙΑ - ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ – ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2016, σελ. 525].
V. Η αίτηση για συντηρητική απόδειξη υποβάλλεται στο δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να δικάσει την κύρια δίκη. Αν, όμως, ο κίνδυνος είναι άμεσος, μπορεί αυτή να υποβληθεί ακόμη και κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της κύριας δίκης και σε κάθε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο, κατώτερο ή και ανώτερο, που μπορεί να αποφανθεί το συντομότερο [ιδετε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ, 2001, σελ. 703 - 706, Νίκα, Πολιτική Δικονομία, 2005, σελ. 430-433, Τζίφρα, Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδοση Γ, σελ. 516, ΜΠρΑθ 1452/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 68/2010, Αρμ 2011, σελ. 778, ΜΠρΗρ 549/1999, ΝοΒ 1999, σελ. 1321]. Για να υπάρχει, όμως, αρμοδιότητα και κάθε άλλου δικαστηρίου και εάν ακόμη αυτό είναι καθ’ ύλην ή κατά τόπον αναρμόδιο για την συζήτηση της κύριας υπόθεσης, απαιτείται να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις, δηλαδή, πρώτον, ο κίνδυνος της απώλειας ή της δυσχερούς χρήσεως του αποδεικτικού μέσου να είναι άμεσος και δεύτερον, το δικαστήριο, στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση να μπορεί να επιληφθεί της υποθέσεως και να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο αποτελεσματικότερα από κάθε άλλο δικαστήριο και μάλιστα από το καταρχήν αρμόδιο δικαστήριο (ιδετε Απαλαγάκη, ό.π., άρθρ. 349, αρ. 2). Στην περίπτωση κατά την οποία δεν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις περί της εξαιρετικής αρμοδιότητας του αναρμοδίου για την κύρια δίκη δικαστηρίου, το τελευταίο αποφαίνεται περί αυτού και παραπέμπει την αίτηση στο αρμόδιο για την κύρια δίκη δικαστήριο (ΜΠρΛαμ 317/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εάν το δικαστήριο είναι αναρμόδιο και ο κίνδυνος δεν είναι άμεσος, μπορεί να παραπέμψει την αίτηση στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την κυρία (ΜΠρΘεσ 28052/2011, ΤΝΠ ΔΣΑ).
Εάν το δικαστήριο κάνει δεκτή την αίτηση αυτή, ορίζει στην απόφασή του τα πραγματικά γεγονότα για τα οποία θα διεξαχθεί, τα αποδεικτικά μέσα, τον χρόνο μέσα στον οποίο πρέπει να περατωθεί και την προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να κλητευθεί, αν είναι δυνατό, ο αντίδικος. Πάντως, ανεξάρτητα από το αν ο κίνδυνος πραγματοποιήθηκε ή όχι, το δικαστήριο που δικάζει τη διαφορά έχει υποχρέωση να λάβει υπ’ όψη του τη συντηρητική απόδειξη, χωρίς να επηρεάζεται η κατανομή του βάρους της [ιδετε Κουτσουλέλο, Πολιτική Δικονομία -Μετά τους νέους Ν 4842/2021 και Ν 4855/2021, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2021, σελ. 175].
27 Μαρτίου 2026
Παναγιώτης Σταμ. Γουνελάς
Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο &
Πτυχ. Οικονομικών Επιστημών Ε.Κ.Π.Α

