Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies και παρόμοιες τεχνολογίες.

Εάν δεν αλλάξετε τις ρυθμίσεις του προγράμματος περιήγησης, συμφωνείτε με αυτό. Ενημερωθείτε

Συμφωνώ

Συνδρομή των προϋποθέσεων υιοθεσίας ενηλίκου - Δικαστική διαδικασία - Ληξιαρχική πράξη

Προϋποθέσεις για την υιοθεσία ενηλίκου - Το συμφέρον του υιοθετούμενου - Περιορισμοί - Αποτελέσματα της  υιοθεσίας -  Δικαστική διαδικασία - Δήλωση της υιοθεσίας στο Ληξιαρχείο του Δήμου του τόπου γέννησης του υιοθετούμενου

Ι.  Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1579 του ΑΚ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 25 παρ. 5 του ν. 2915/2001 και τροποποιήθηκε εκ νέου με το άρθρο 51 του ν. 4837/2021, η υιοθεσία ενηλίκου επιτρέπεται μόνο όταν ο υιοθετούμενος είναι συγγενής έως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας εκείνου που υιοθετεί ή όταν εκείνος που υιοθετεί υπήρξε ανάδοχος γονέας του υιοθετουμένου.

     Η υιοθεσία αποτελεί θεσμό του οικογενειακού δικαίου και συνιστά νομική πράξη με την οποία δημιουργείται ανάμεσα σε δύο πρόσωπα τεχνητή έννομη σχέση γονικού δεσμού. Κατά τη θεωρία, αν και η υιοθεσία είναι θεσμός γνωστός ήδη από το αρχαίο αττικό δίκαιο, όπου αρχικά εξυπηρετούσε κυρίως τη συνέχιση της οικογένειας όταν δεν υπήρχαν φυσικοί διάδοχοι, στο σύγχρονο οικογενειακό δίκαιο αντιμετωπίζεται ως θεσμός με έντονο προσωπικό και οικογενειακό χαρακτήρα, ο οποίος αποβλέπει στη βελτίωση της ζωής εκείνου που υιοθετείται και περιβάλλεται, για τον λόγο αυτό, από αυξημένες ουσιαστικές και δικονομικές εγγυήσεις (ίδετε Αλ. Βάρκα-Αδάμη, Εισαγωγή στο Αστικό Δίκαιο, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2025, IV. Υιοθεσία ενηλίκων, σελ. 334). Μετά τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου με τον ν. 2447/1996, ο θεσμός της υιοθεσίας κωδικοποιήθηκε στα άρθρα 1542 έως 1588 του ΑΚ και προσαρμόσθηκε στη σύγχρονη κοινωνική του αποστολή. Ως βασικός κανόνας καθιερώθηκε η υιοθεσία ανηλίκων, ενώ η υιοθεσία ενηλίκων διατηρήθηκε ως ειδική και εξαιρετική μορφή υιοθεσίας, επιτρεπόμενη μόνον υπό τις ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 1579 του ΑΚ (ίδετε Αλ. Βάρκα-Αδάμη, ό.π., σελ. 334, Β. Περάκη, σε Κ. Παναγόπουλο – Β. Περάκη, Επιτομή Οικογενειακού Δικαίου, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2024, Α. Προϋποθέσεις – Αποτελέσματα – Λύση, σελ. 137-138).

        Ο περιορισμός της υιοθεσίας ενηλίκων στο στενό πλαίσιο του άρθρου 1579 του ΑΚ συνδέεται με την ανάγκη αποτροπής καταστρατηγήσεων του θεσμού. Στη θεωρία επισημαίνεται ότι, υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, η υιοθεσία ενηλίκων επιτρεπόταν ευρύτερα, πλην, όμως, η διαπίστωση ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι ενδιαφερόμενοι δεν απέβλεπαν στη δημιουργία γνήσιου συγγενικού δεσμού, αλλά στην καταστρατήγηση διατάξεων φορολογικού, στρατολογικού ή ακόμη και κληρονομικού δικαίου, οδήγησε τον νομοθέτη στον δραστικό περιορισμό της (ίδετε Β. Περάκη, ό.π., σελ. 137, Ι. Σπυριδάκη, Ζητήματα συγγένειας επί υιοθεσίας ενηλίκου, ΕφΑΔΠολΔ 4/2015, σελ. 290-292).

      Κατά την αρχική μεταρρύθμιση του δικαίου της υιοθεσίας με τον ν. 2447/1996, το άρθρο 1579 του ΑΚ επέτρεπε την υιοθεσία ενηλίκου μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο υιοθετούμενος ήταν τέκνο του συζύγου του υιοθετούντος. Η παρατήρηση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι αναδεικνύει ότι η υιοθεσία ενήλικου τέκνου του συζύγου του υιοθετούντος δεν αποτελεί οριακή ή αμφισβητούμενη περίπτωση του θεσμού, αλλά υπήρξε ο αρχικός και κατ’ εξοχήν πυρήνας της επιτρεπτής υιοθεσίας ενηλίκου μετά τη μεταρρύθμιση του ν. 2447/1996 (ίδετε Ι. Σπυριδάκη, ό.π., σελ. 290).

      Η μεταγενέστερη διεύρυνση του άρθρου 1579 του ΑΚ με τον ν. 2915/2001, ώστε να επιτρέπεται η υιοθεσία ενηλίκου συγγενούς έως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, ερμηνεύεται στη θεωρία υπό το πρίσμα του σκοπού της διάταξης. Ως προς τη συγγένεια εξ αγχιστείας, έχει επισημανθεί ότι η εφαρμογή του άρθρου 1579 του ΑΚ πρέπει να αφορά συγγενείς του νυν συζύγου του υιοθετούντος, ώστε να μην οδηγεί σε αποτελέσματα ξένα προς το πνεύμα του νόμου (ίδετε Β. Περάκη, ό.π., σελ. 137).

 ΙΙ.  Ως συγγένεια εξ αγχιστείας νοείται, κατά το άρθρο 1462 του ΑΚ, η έννομη σχέση που δημιουργείται με τον γάμο μεταξύ του ενός συζύγου και των συγγενών εξ αίματος του άλλου συζύγου. Στη θεωρία γίνεται δεκτό ότι συγγένεια εξ αγχιστείας πρώτου βαθμού σε ευθεία γραμμή υφίσταται μεταξύ του ενός συζύγου και του τέκνου του άλλου συζύγου, όπως συμβαίνει μεταξύ πατριού και τέκνου της συζύγου του (ίδετε Ευ. Κόκλα, ΙΙ. Διακρίσεις συγγένειας, ΕφΑΔΠολΔ 11/2011, σελ. 1101-1102).

     Η έννομη σχέση μεταξύ του τέκνου και του συζύγου ή συντρόφου του γονέα του δεν είναι άγνωστη στο δίκαιο, αλλά αναγνωρίζεται μέσω του δεσμού της αγχιστείας και, όπου συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, μέσω της δυνατότητας υιοθεσίας. Έτσι, ο σύζυγος του γονέα συνδέεται με το τέκνο του άλλου συζύγου με συγγένεια εξ αγχιστείας πρώτου βαθμού, κατά το άρθρο 1462 του ΑΚ, και, όταν το τέκνο είναι ενήλικο, δύναται να το υιοθετήσει κατ’ άρθρο 1579 του ΑΚ, ακριβώς λόγω της συγγένειας αυτής (ίδετε Β. Περάκη, Η έννομη σχέση μεταξύ του τέκνου και του συντρόφου του γονέα του, σε Ζητήματα Γονικής Μέριμνας, 7ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εταιρίας Οικογενειακού Δικαίου, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2021, σελ. 87, ιδίως σελ. 94, ΕφΑΔΠολΔ 2020, σελ. 567, ιδίως σελ. 571).

    Υπό την προσέγγιση αυτή, το άρθρο 1579 του ΑΚ, στο μέτρο που επιτρέπει την υιοθεσία ενήλικου τέκνου του ενός συζύγου από τον άλλο, λειτουργεί ως μέσο νομικής αποτύπωσης ήδη υφιστάμενων εν τοις πράγμασι, ήτοι de facto, οικογενειακών δεσμών. Ο σκοπός της διάταξης δεν είναι η δημιουργία τεχνητών ή προσχηματικών σχέσεων, αλλά η αναγνώριση, από την έννομη τάξη, πραγματικών οικογενειακών δεσμών που έχουν ήδη διαμορφωθεί στην πράξη. Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται και νομολογιακά σε υποθέσεις υιοθεσίας ενηλίκου τέκνου συζύγου, όπου κρίσιμο στοιχείο αποτελεί όχι μόνον η συγγένεια εξ αγχιστείας πρώτου βαθμού, αλλά και η ήδη διαμορφωμένη σχέση γονέα και τέκνου μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου (ίδετε ΜΕφΑθ 2934/2021, ΤΝΠ Qualex, ΤρΕφΑθ 2702/2016, ΤΝΠ Qualex, ΠΠρΘεσ 1478/2017, ΤΝΠ Qualex, ΜΠρΘεσ 832/2020, ΤΝΠ Qualex).     

ΙΙΙ.  Κατά τη διάταξη του άρθρου 1580 του ΑΚ, στην υιοθεσία ενηλίκου έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις που ισχύουν για την υιοθεσία ανηλίκου, εφ’ όσον δεν υφίσταται αντίθετη ειδικότερη διάταξη για την υιοθεσία ενηλίκου. Η αναλογική αυτή εφαρμογή χωρεί μόνο στο μέτρο και στον βαθμό που οι διατάξεις περί υιοθεσίας ανηλίκου συνάδουν με τη φύση, τον σκοπό και τις ιδιαιτερότητες της υιοθεσίας ενηλίκου.

      Η υιοθεσία ενηλίκου διαφοροποιείται από την υιοθεσία ανηλίκου, πρωτίστως διότι ο υιοθετούμενος είναι ήδη πλήρως δικαιοπρακτικά ικανό πρόσωπο, έχοντας συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, σύμφωνα με το άρθρο 127 του ΑΚ. Παράλληλα, η γονική μέριμνα των φυσικών γονέων έχει παύσει με την ενηλικίωση του τέκνου, σύμφωνα με τα άρθρα 127, 1510 και 1538 του ΑΚ. Για τον λόγο αυτό, δεν εφαρμόζονται στην υιοθεσία ενηλίκου διατάξεις που συνδέονται αποκλειστικά με την προστασία της ανηλικότητας, όπως η συναίνεση των φυσικών γονέων του άρθρου 1550 παρ. 1 του ΑΚ και η κοινωνική έρευνα του άρθρου 1557 του ΑΚ, αφού ο ενήλικος υιοθετούμενος διαθέτει την απαιτούμενη πνευματική και ψυχολογική ωριμότητα ώστε να κρίνει ο ίδιος αν η υιοθεσία ανταποκρίνεται στη βούληση και στο συμφέρον του (ίδετε ΠΠρΘηβ 32/2009, ΕλλΔνη 2009, σελ. 627, ΜΠρΑθ 1214/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΡόδ 245/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 1056/2015, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΤρΕφΑθ 2702/2016, ΤΝΠ Qualex, ΠΠρΘεσ 1478/2017, ΤΝΠ Qualex, Λεοντή, Υποδείγματα Πολιτικής Δικονομίας, 2ος τόμος, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2022, σελ. 138).

IV.  Κατά τη διάταξη του άρθρου 1581 του ΑΚ, η υιοθεσία ενηλίκου απαγγέλλεται από το Δικαστήριο ύστερα από κοινή αίτηση εκείνου που υιοθετεί και εκείνου που υιοθετείται. Κατά τη θεωρία, η κοινή αίτηση αποτυπώνει τη σύμπτωση της βούλησης του υιοθετούντος και του υιοθετουμένου, οι οποίοι, ως ενήλικα και δικαιοπρακτικά ικανά πρόσωπα, αντιμετωπίζονται ισότιμα ως προς την ικανότητά τους να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν τις έννομες συνέπειες της υιοθεσίας (ίδετε Ευθ. Πραγιάννη, σε Π. Νικολόπουλο επιμ., Υποδείγματα Οικογενειακού Δικαίου, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2019, Παρατηρήσεις, σελ. 602-603).

      Κατά τη διάταξη του άρθρου 1582 του ΑΚ, εκείνος που υιοθετεί ενήλικο πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας του και να είναι μεγαλύτερος από τον υιοθετούμενο τουλάχιστον κατά δεκαοκτώ έτη. Στη θεωρία επισημαίνεται ότι στην υιοθεσία ενηλίκου καθιερώνεται κατώτατο όριο ηλικίας του υιοθετούντος το τεσσαρακοστό έτος, χωρίς ανώτατο όριο ηλικίας, και ελάχιστη διαφορά ηλικίας δεκαοκτώ ετών, χωρίς ανώτατο όριο διαφοράς ηλικίας, δεδομένου του ότι ο υιοθετούμενος έχει ήδη ενηλικιωθεί (ίδετε Ιωσ. Τσαλαγανίδη, Η ηλικία του υιοθετούντος και η μεταξύ αυτού και του υιοθετουμένου διαφορά και συγγενική σχέση, σε Σύγχρονες Τάσεις του Οικογενειακού Δικαίου, Εταιρία Δικαστικών Μελετών – Δικηγορικός Σύλλογος Καβάλας, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, σελ. 108-109). Στην ίδια μελέτη αναφέρεται ως συνήθης περίπτωση υιοθεσίας ενηλίκου η αίτηση που υποβάλλει ο σύζυγος για την υιοθεσία τέκνου του άλλου συζύγου από προηγούμενο γάμο, γεγονός που συνδέει τη σχετική ρύθμιση με την ανάγκη νομικής αναγνώρισης πραγματικών οικογενειακών σχέσεων που έχουν ήδη αναπτυχθεί στο πλαίσιο της νέας οικογένειας (ίδετε Ιωσ. Τσαλαγανίδη, ό.π., σελ. 108-109).

      Η ηλικία του υιοθετούντος και η ηλικιακή διαφορά μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου αναδεικνύονται στη θεωρία ως προϋποθέσεις, αλλά και ως παράγοντες ελέγχου του επιτρεπτού της υιοθεσίας, ενόψει και του εξαιρετικού χαρακτήρα της υιοθεσίας ενηλίκου και των καταχρήσεων που είχαν διαπιστωθεί στην πράξη (ίδετε Γ. Λέκκα, Η ηλικία υιοθετούντος και υιοθετουμένου στην υιοθεσία ανηλίκου, ΕφΑΔΠολΔ 5/2015, σελ. 387 επ.). Η νομολογία έχει συνδέσει το όριο διαφοράς ηλικίας του άρθρου 1582 του ΑΚ με την εκτίμηση του συμφέροντος του υιοθετουμένου και με τις πραγματικές συνθήκες της υποψήφιας θετής οικογένειας. Έχει γίνει δεκτό ότι ακόμη και σε περίπτωση μη συμπλήρωσης της πλήρους διαφοράς των δεκαοκτώ ετών είναι δυνατή, υπό προϋποθέσεις, η κάμψη του ορίου, εφ’ όσον συντρέχει σπουδαίος λόγος, συνιστάμενος στο συμφέρον του υιοθετουμένου. Στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε ότι η ύπαρξη ουσιαστικής σχέσης πατέρα και κόρης, η πατρική φροντίδα, η στοργή, η προστασία και ο ισχυρός συναισθηματικός δεσμός μπορούν να καταδείξουν ότι η υιοθεσία αποτελεί την τυπική τακτοποίηση μίας ήδη διαμορφωμένης πραγματικής οικογενειακής κατάστασης (ίδετε ΜΕφΒορΑιγ 58/2020, ΤΝΠ Qualex, ΕφΑΔΠολΔ 7/2021, σελ. 894-896).

 V.   Η υιοθεσία, ακόμη και όταν αφορά ενήλικο πρόσωπο, ελέγχεται υπό το πρίσμα του συμφέροντος του υιοθετουμένου. Κατά το άρθρο 1542 παρ. 2 του ΑΚ, η υιοθεσία πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του υιοθετουμένου, η, δε, διάταξη αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και στην υιοθεσία ενηλίκου, κατ’ άρθρο 1580 του ΑΚ, στον βαθμό που συνάδει με τη φύση της τελευταίας. Το συμφέρον του τέκνου αποτελεί γενική αξιολογική αρχή του οικογενειακού δικαίου και δεν περιορίζεται σε στενά υλικό ή περιουσιακό περιεχόμενο. Περιλαμβάνει το ψυχικό, ηθικό, σωματικό, πνευματικό και ψυχολογικό συμφέρον, καθώς και κάθε στοιχείο που αποβλέπει στην ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε περίπτωσης (ίδετε Θ. Παπαζήση, Το συμφέρον του τέκνου, σε Η άσκηση της γονικής μέριμνας και της επικοινωνίας μετά την εφαρμογή του ν. 4800/2021, 8ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εταιρίας Οικογενειακού Δικαίου, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2024, σελ. 17 επ., ιδίως σελ. 20-22).

      Στην υιοθεσία ενηλίκου, το συμφέρον του υιοθετουμένου δεν συνδέεται πλέον με την ανάγκη ανατροφής ανηλίκου, αλλά με την προστασία της προσωπικής και οικογενειακής του ταυτότητας, την ψυχική του ισορροπία, την κοινωνική του ένταξη, την αναγνώριση των πραγματικών οικογενειακών δεσμών του και την αποκατάσταση της αντιστοιχίας μεταξύ της βιωμένης οικογενειακής πραγματικότητας και της νομικής του κατάστασης. Στο πλαίσιο αυτό, ως κρίσιμα στοιχεία για την παραδοχή της υιοθεσίας ενηλίκου έχουν αξιολογηθεί η μακρόχρονη κοινή οικογενειακή ζωή, η ουσιαστική ανάληψη γονεϊκού ρόλου, η ανιδιοτελής φροντίδα, οι δεσμοί αγάπης, στοργής και αλληλοϋποστήριξης και η απουσία προσχηματικής ή καταχρηστικής επίκλησης του θεσμού (ίδετε ΜΕφΑθ 2934/2021, ΤΝΠ Qualex, ΤρΕφΑθ 2702/2016, ΤΝΠ Qualex, ΠΠρΘεσ 1478/2017, ΤΝΠ Qualex, ΜΠρΘεσ 832/2020, ΤΝΠ Qualex, ΜΠρΠατρ 34/2022, ΤΝΠ Qualex, ΜΠρΤρικ 79/2025, ΤΝΠ Qualex).

VI.   Ως προς τα αποτελέσματα της υιοθεσίας ενηλίκου, κατά το άρθρο 1584 εδ. α΄ του ΑΚ, από την τέλεση της υιοθεσίας, το θετό τέκνο και οι κατιόντες του που γεννήθηκαν μετά την υιοθεσία έχουν θέση κοινού τέκνου και κοινών κατιόντων και των δύο συζύγων. Κατά το άρθρο 1584 εδ. β΄ του ΑΚ, ο δεσμός του ενηλίκου θετού τέκνου με τον άλλο φυσικό γονέα και τους συγγενείς του διατηρείται. Κατά δε το άρθρο 1585 του ΑΚ, με την υιοθεσία ενηλίκου δεν παράγεται σχέση συγγένειας μεταξύ του θετού τέκνου και των συγγενών εκείνου που το υιοθέτησε, και αντίστροφα.

      Οι διατάξεις αυτές αποτυπώνουν, κατά τη θεωρία, τον ειδικό χαρακτήρα της υιοθεσίας ενηλίκου. Ο ενήλικος υιοθετούμενος δεν αποκόπτεται πλήρως από τη φυσική του οικογένεια και δεν εντάσσεται με τον ίδιο τρόπο στη θετή οικογένεια, όπως συμβαίνει στην υιοθεσία ανηλίκου, αλλά δημιουργείται ειδικώς ο δεσμός θετού γονέα και θετού τέκνου, με τις συνέπειες που ορίζει ο νόμος (ίδετε Ι. Σπυριδάκη, ό.π., σελ. 291-292, Β. Περάκη, ό.π., σελ. 137-138).

      Κατά τη διάταξη του άρθρου 1586 του ΑΚ, το θετό τέκνο λαμβάνει το επώνυμο του θετού γονέα, έχει, δε, δικαίωμα να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του. Το επώνυμο συνδέεται με την προσωπική και οικογενειακή ταυτότητα του υιοθετουμένου και, όταν πρόκειται για ενήλικο πρόσωπο, η μεταβολή του αντιμετωπίζεται με σεβασμό στην ήδη διαμορφωμένη αστική κατάσταση (ίδετε Ν.-Χρ. Σαμαρά, Το επώνυμο του τέκνου στο ελληνικό δίκαιο, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σελ. 39).

VII.  Τέλος, όσον αφορά την ενώπιον του Δικαστηρίου τέλεση της υιοθεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 740 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 800 παρ. 1 του ΚΠολΔ, οι υποθέσεις που αφορούν την υιοθεσία υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αρμόδιο δε για την τέλεσή της είναι κάθε Μονομελές Πρωτοδικείο της Επικράτειας (ίδετε Ευθ. Πραγιάννη, σε Π. Νικολόπουλο επιμ., Υποδείγματα Οικογενειακού Δικαίου, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2019, Παρατηρήσεις, σελ. 602-603).

      Κατά το άρθρο 800 παρ. 2 του ΚΠολΔ, οι συναινέσεις για την υιοθεσία δηλώνονται αυτοπροσώπως ενώπιον του Δικαστηρίου που τελεί την υιοθεσία, σε ιδιαίτερο γραφείο και χωρίς δημοσιότητα, ρύθμιση που ανταποκρίνεται στον αυστηρά προσωπικό και οικογενειακό χαρακτήρα του θεσμού (ίδετε Ευ. Μπαλογιάννη, σε Χ. Απαλαγάκη επιμ., Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο – Τόμος Δεύτερος, άρθρα 591-1054, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2019, άρθρο 800, αρ. 1-2). Στην υιοθεσία ενηλίκου απαιτούνται οι συναινέσεις του υιοθετούντος και του ενήλικου υιοθετουμένου, καθώς και η συναίνεση του συζύγου του θετού γονέα, κατά το άρθρο 1546 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1580 του ΑΚ, και του συζύγου του υιοθετουμένου, εφ’ όσον αυτός είναι έγγαμος, κατά το άρθρο 1583 του ΑΚ (ίδετε Ευθ. Πραγιάννη, ό.π., σελ. 602-603).

      Στην υιοθεσία ενηλίκων εφαρμόζεται, επίσης, κατά τη θεωρία, και η διάταξη του άρθρου 1556 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1580 του ΑΚ, κατά την οποία το Δικαστήριο ακούει τη γνώμη των άλλων τέκνων του υιοθετούντος, ανάλογα με την ωριμότητά τους. Η γνώμη αυτή έχει επιβοηθητικό χαρακτήρα για τη διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου ως προς τη σκοπιμότητα της υιοθεσίας, η, δε, μη εμφάνιση τέκνων που έχουν κλητευθεί δεν επηρεάζει κατ’ ανάγκην την κρίση αυτή (ίδετε Ιωσ. Τσαλαγανίδη, ό.π., σελ. 108-109, Ευθ. Πραγιάννη, ό.π., σελ. 603, ΠΠρΘεσ 1478/2017, ΤΝΠ Qualex, ΜΠρΘεσ 832/2020, ΤΝΠ Qualex).

      Η απόφαση που κάνει δεκτή την υιοθεσία είναι διαπλαστική και παράγει τα έννομα αποτελέσματά της μόλις καταστεί τελεσίδικη. Μετά την τελεσιδικία της, καταχωρείται στα οικεία ληξιαρχικά βιβλία, η, δε, δήλωση της υιοθεσίας γίνεται από τον θετό γονέα ή από τον ίδιο τον ενήλικο υιοθετούμενο στο Ληξιαρχείο του Δήμου του τόπου γέννησης του υιοθετουμένου (ίδετε Ευθ. Πραγιάννη, ό.π., σελ. 603). Μετά την καταχώριση της υιοθεσίας στο περιθώριο της ληξιαρχικής πράξης γέννησης του ενηλίκου υιοθετουμένου, καταχωρίζεται σε αυτήν και το επώνυμό του, το οποίο είναι το επώνυμο του θετού γονέα, και βάσει της ληξιαρχικής αυτής πράξης γίνεται η εγγραφή στο Δημοτολόγιο με τα νέα στοιχεία.

30 Απριλίου 2026

Παναγιώτης  Σταμ.  Γουνελάς
Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο  &
Πτυχ. Οικονομικών Επιστημών Ε.Κ.Π.Α

 

- Δημοκρίτου 18  &  Σκουφά   Αθήνα  106 73

- Λεωφ. Βασιλέως Γεωργίου Β' 65-67
Πειραιάς  185 34

Τηλέφωνο επικοινωνίας

210 4170488

email: gounelaslawoffice@gmail.com

 

 

 

 

Copyright © Π.Γουνελάς & Συνεργάτες All Rights Reserved. Designed by EzStore.gr